29/11/2021

Απογραφές 1821-2021: Η δημογραφική ιστορία της Ελλάδας – Οι απαρχές, τα νέα σύνορα και η ψηφιοποίηση οικισμών

Ολα ξεκίνησαν δύσκολα επειδή όλα ξεκίνησαν με έναν πόλεμο. «Να γενή κατ’ απογραφήν στρατολογία σε όλην την ελληνικήν επικράτειαν κατ’ αναλογίαν ενός στρατιώτου εις τας 100 ψυχάς κατοίκων εκάστης πόλεως, κωμοπόλεως ή χωρίου», καθόριζε ο νόμος 48 του 1825 «Περί απογραφής στρατολογίας», με πρόεδρο του Βουλευτικού τον Πανούτσο Νοταρά και του Εκτελεστικού τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Ο Αγώνας για την Ανεξαρτησία γέννησε ένα περήφανο αλλά ατελές διοικητικά κράτος που πάσχιζε παράλληλα με την ελευθερία του να κατακτήσει και την ύπαρξή του.

Από τις απαρχές και κατά τη διάρκεια του Αγώνα έγιναν προσπάθειες καταγραφής του πληθυσμού και ήταν η επιμονή του Ιωάννη Καποδίστρια που έβαλε τα πρώτα θεμέλια για αυτό που αργότερα θα γνωρίζαμε ως απογραφές πληθυσμού.

Λάθη και απώλειες

Υπήρξαν χρονιές που μετρήσαμε λάθος τον πληθυσμό της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας (1853), που χάσαμε αρχεία σε πυρκαγιές και δεν τα ξαναβρήκαμε ποτέ (1896), αλλά και που φροντίσαμε να ονοματοδοτήσουμε δρόμους και πλατείες για να έχουν έναν γεωγραφικό μπούσουλα οι απογραφείς. Στις αρχές θέλαμε να γνωρίσουμε πόσοι γνώριζαν γραφή και ανάγνωση (1879), μετά ξεθαρρέψαμε και αρχίσαμε να μετράμε άρρενες και θήλεις, ύστερα κατοίκους νομών και δήμων. Στην πορεία, η στατιστική επιστήμη συνέλεξε στοιχεία για τους μακροβιότερους Ελληνες, αλλά, κυρίως, ακολουθούσε και κατέγραφε τα νέα σύνορα του ελληνικού κράτους που όλο και μεγάλωναν.

Το 1881 μέτρησε τους κατοίκους της Θεσσαλίας και της Αρτας, το 1913 με το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων τους κατοίκους των νέων επαρχιών από τη Μακεδονία, την Ηπειρο και την Κρήτη, το 1923 τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη, το 1947 καλωσόρισε τους κατοίκους των Δωδεκανήσων. Δεν σταμάτησε να μετρά σε καιρούς ειρήνης και πολέμου, δεν σταμάτησε ούτε στη διάρκεια της δικτατορίας και, κυρίως, δεν σταμάτησε να εξελίσσεται μαζί με την πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας. Από τις καινοτόμες αεροφωτογραφίες του 1928 μέχρι φέτος που για πρώτη φορά θα χρησιμοποιηθεί η ηλεκτρονική αυτοαπογραφή.

Στο σήμερα

Τρεις αιώνες και 21 απογραφές μετά έχουν αλλάξει πολλά, σχεδόν τα πάντα. Οχι όμως και το ραντεβού μας με τους ανθρώπους της στατιστικής υπηρεσίας. Φέτος διενεργείται η 22η απογραφή του ελληνικού κράτους. Ας ξαναμετρηθούμε, λοιπόν, για να δούμε πόσο… μεγαλώσαμε, ποιοι είμαστε, πού κατοικούμε, πώς είναι τα σπίτια μας. Ταυτόχρονα ας ξανασυστηθούμε για να θυμηθούμε πόσοι ήμασταν κάποτε, ποιοι ήμασταν, πού κατοικούσαμε, πώς ήταν τα σπίτια μας. Την ευκαιρία για αυτό το ταξίδι στον χρόνο μάς δίνει το εξαιρετικό λεύκωμα που ετοίμασαν οι άνθρωποι της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Ενα πολιτικό, δημογραφικό και κοινωνικοοικονομικό φλασμπάκ στα καλύτερα, στα χειρότερα, στα δυσκολότερα αλλά και τα ωραιότερα χρόνια της Ελλάδας.

«Ταξίδι» στον χρόνο – Το λεύκωμα της ΕΛΣΤΑΤ

Ιστορικά στοιχεία, μέθοδοι επεξεργασίας, αποτελέσματα αλλά και εντυπωσιακά παραλειπόμενα που αφορούν στη διενέργεια πολλών απογραφών, τα οποία δεν είναι ευρέως γνωστά, παρατίθενται στο λεύκωμα της ΕΛΣΤΑΤ. «H στατιστική πληροφορία που παρουσιάζεται πλαισιώνεται από σπάνια ντοκουμέντα, χαρτογραφικές απεικονίσεις, αποσπάσματα ερωτηματολογίων και δημοσιευμάτων, καθώς και άλλα τεκμήρια που τηρούνται στο αρχείο της ΕΛΣΤΑΤ και παρέχουν στον/ην αναγνώστη/τρια μια πλήρη εικόνα για το πλαίσιο διενέργειας της εκάστοτε απογραφής», σημειώνει ο πρόεδρος της Αρχής, Αθανάσιος Θανόπουλος, στον πρόλογο της έκδοσης και εξάρει τον δημιουργικό ενθουσιασμό των υπαλλήλων της ΕΛΣΤΑΤ που ολοκλήρωσαν αυτό το τιτάνιο έργο παράλληλα με τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα. Αλλά αυτό δεν έκαναν πάντα;

Οι απαρχές και ο διπλασιασμός

Το ενδιαφέρον για στατιστικές πληροφορίες σχετικά με τον πληθυσμό, τη στρατολογία και τους πόρους από τη φορολογία ήταν αρκετά έντονο. Από την άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα, ξεκίνησε η συγκέντρωση τέτοιων στοιχείων. Η απογραφή του 1828 ήταν ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα, αφού, λόγω της συνέχισης του Αγώνα για την Ανεξαρτησία, η τάξη και η διοίκηση στη νεοσύστατη Ελληνική Πολιτεία δεν είχαν ακόμα παγιωθεί. Κατά την απογραφή αυτή πρακτικά έγινε απαρίθμηση των ατόμων με σκοπό την εύρεση του αριθμού των κατοίκων κατά θρήσκευμα, ενώ με βάση τα στοιχεία της απογραφής αυτής έγινε υπολογισμός του πληθυσμού στην αρχή της Επανάστασης. Ετσι, ο πληθυσμός το 1828 καταγράφει 753.400 κατοίκους και η εκτίμηση για το 1821 είναι 938.765.

Τον Αύγουστο του 1830, ο Καποδίστριας προχώρησε στη σύσταση Στατιστικής Επιτροπής για να τεθεί σε εφαρμογή το ψήφισμα της Δ’ Εθνοσυνέλευσης, σύμφωνα με το οποίο «ο Κυβερνήτης έχει την πληρεξουσιότητα να βάλη εις ενέργειαν τον περί απογραφής νόμον εκδοθέντα την 10ην Σεπτεμβρίου του 1825». Η απογραφή του 1838 διενεργήθηκε, με βάση ατελείς γενικές οδηγίες, από τους δημάρχους και τους ιερείς, με την εποπτεία των νομαρχών και των επάρχων. Δημοτικοί υπάλληλοι και ιερείς κατέγραψαν, πόρτα πόρτα, τους παρόντες κατά το χρονικό διάστημα της απογραφής πολίτες κατά φύλο και ηλικία.

Οι απογραφές πληθυσμού από το 1836 έως και το 1856 διεξήχθησαν με τον ίδιο τρόπο. Ωστόσο, στην απογραφή του 1848 έχουμε την καινοτομία της πρώτης δημοσίευσης πληθυσμιακών στοιχείων που αφορούσαν σε δήμους. Τότε η Αθήνα αριθμούσε 26.256 κατοίκους και η Ερμούπολη 19.410.

Για τις απογραφές 1836, 1837 και 1838, τα αποτελέσματα δεν δημοσιεύθηκαν ποτέ στην «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Τα αποτελέσματα των δύο πρώτων καταστράφηκαν στα αρχεία του υπουργείου Εσωτερικών, ενώ τα αποτελέσματα του 1838 βρήκε στα ίδια αρχεία ο τμηματάρχης του Γραφείου Δημοσίου Οικονομίας, Αλέξανδρος Μανσόλας, και δημοσίευσε τον συνολικό πληθυσμό στο βιβλίο του «Πολιτειογραφικαί πληροφορίαι περί Ελλάδος», το 1867.

Στην απογραφή του 1853 η χώρα ξεπερνά για πρώτη φορά το «φράγμα» του ενός εκατομμυρίου. Ο συνολικός πληθυσμός της χώρας που ανακοινώθηκε στην «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» του 1854 ήταν 1.042.527, κατά 7.000 υψηλότερος του πραγματικού (1.035.527), λόγω σφάλματος στην άθροιση του πληθυσμού των δήμων του Νομού Αιτωλίας και Ακαρνανίας.

Δημογραφικά στοιχεία

Το 1861 ήταν η πρώτη απογραφή που διενεργήθηκε για δημογραφικούς σκοπούς. Συγκεντρώθηκαν στοιχεία για δημογραφικά και οικονομικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού και κατεγράφησαν 567.334 άρρενες και 529.476 θήλεις.

Στην απογραφή 1870, ανακοινώθηκαν στοιχεία εγγράμματων και αγράμματων. Ως εγγράμματοι, θεωρούνταν όσοι γνώριζαν απλώς να υπογράφουν, έστω και μηχανικά.

Το 1896 ο πληθυσμός έχει πια ξεπεράσει τα 2 εκατομμύρια και έχει φτάσει αισίως στους 2.433.806 κατοίκους. Ο τρόπος διενέργειας της απογραφής ήταν ίδιος με αυτόν της απογραφής του 1889, με μόνη διαφορά τη χρησιμοποίηση ατομικού απογραφικού δελτίου. Η επεξεργασία των δελτίων της απογραφής δεν ολοκληρώθηκε λόγω πυρκαγιάς, το 1897, στο κτίριο όπου φυλασσόταν το απογραφικό υλικό. Επρόκειτο για το Μέγαρο Μελά, στη νοτιοανατολική γωνία της τότε πλατείας Λουδοβίκου (σημερινής πλατείας Δημαρχείου/Κοτζιά), στην οποία βρίσκονταν, επίσης, το Κεντρικό Ταχυδρομείο και το Τηλεγραφείο Αθηνών.

Το μπέρδεμα με το ημερολόγιο και τα νέα σύνορα

Στα αξιοσημείωτα της απογραφής του 1920 ήταν ότι η 19η Δεκεμβρίου (ημέρα της απογραφής) ήταν η ημερομηνία διεξαγωγής της με το παλιό ημερολόγιο, ενώ με το νέο ημερολόγιο η ημερομηνία ήταν η 1η Ιανουαρίου 1921.

Μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων, διενεργήθηκε, με εγκύκλιο διαταγή προς τους διοικητικούς επιτρόπους των περιοχών που περιήλθαν στην Ελλάδα, απογραφή των κατοίκων κάθε πόλης και χωριού με διάκριση κατά φύλο. Οι πίνακες που προέκυψαν δημοσιεύθηκαν στην «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» της 28.03.1915, μαζί με τον πληθυσμό της Κρήτης (απογραφή της 5ης Ιουνίου 1911).

Ο πληθυσμός, σύμφωνα με τις Συνθήκες Βουκουρεστίου και Σεβρών, ήταν 5.536.375. Υστερα όμως από την οριστική διαρρύθμιση των συνόρων με την Αλβανία, που είχε ως αποτέλεσμα να αφαιρεθούν ορισμένα χωριά από την κυριότητα της Ελλάδας, διαμορφώθηκε σε 5.531.474. Μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης, το 1923, ο πληθυσμός προσαρμόστηκε στα νέα εδαφικά δεδομένα και διαμορφώθηκε ως εξής: 5.021.790 και 5.016.889 (μετά τη διαρρύθμιση των συνόρων με την Αλβανία).

Μικρασιατική Καταστροφή

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών, διενεργήθηκε, τον Απρίλιο του 1923, απογραφή των προσφύγων από Μικρά Ασία και Ανατολική Θράκη. Η απογραφή ήταν προαιρετική, επομένως δεν απογράφηκε το σύνολο των προσφύγων. Το σύνολο των προσφύγων που απογράφηκαν ήταν 786.431 (άρρενες 351.313, θήλεις 435.118).

Αεροφωτογραφίες

Ενα σοβαρό πρόβλημα ανέκυψε το 1928, σχετικά με την απογραφή των μεγάλων πόλεων, κυρίως των Δήμων Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, όπου η μεγάλη συγκέντρωση προσφύγων επέτεινε τις δυσκολίες κατανομής οικοδομικών τετραγώνων. Προς επίλυση του προβλήματος με τη σύμπραξη της Τοπογραφικής Υπηρεσίας του υπουργείου Συγκοινωνίας, έγινε αεροτοπογραφική αποτύπωση, από αεροπλάνο με φωτογράφιση, των κατοικημένων περιφερειών όλης της περιοχής Αθηνών και Πειραιώς, περιλαμβανομένων των προαστίων και των περιχώρων. Οι χάρτες που παράχθηκαν κατέστησαν την Ελλάδα το πρώτο κράτος που χρησιμοποίησε τη μέθοδο της εναέριας φωτογραμμετρίας για τους σκοπούς της απογραφής.

Πόλεμος του ’40

Λόγω των πολεμικών γεγονότων του ’40 (η απογραφή έγινε δώδεκα μόλις ημέρες πριν από την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου), η Γενική Στατιστική Υπηρεσία δεν προέβη σε πλήρη επεξεργασία των στοιχείων και έκδοση αναλυτικών αποτελεσμάτων. Σε εκείνη την απογραφή έγινε ειδική έρευνα για τους μακρόβιους (90 ετών και άνω) που διενεργήθηκε από ομάδα γιατρών. Το δελτίο περιείχε ερωτήματα, όπως πόσα χρόνια έζησε ο απογραφόμενος μακρόβιος ως έγγαμος, χήρος ή διαζευγμένος, σε ποια ηλικία απέκτησε το πρώτο παιδί και σε ποια το τελευταίο, το επάγγελμα του ιδίου και του πατέρα του, ο τόπος κατοικίας του, ο προσανατολισμός της κατοικίας του, οι ώρες και το μέρος όπου κοιμάται, πόσες ώρες περπατά τώρα και πόσες στη νεότητά του, η διατροφή του, αν καπνίζει ή καταναλώνει αλκοολούχα ποτά, το είδος του νερού που πίνει κ.λπ.

Η σύγχρονη Ελλάδα, η χούντα και ο σεισμός του ‘81

Στην απογραφή του 1951 το ελληνικό κράτος καταγράφεται πλέον εδαφικά ίδιο με το σημερινό, αριθμεί 7.632.801 κατοίκους και η Αθήνα έχει πλέον πληθυσμό μισό εκατομμύριο (565.084). Μετά την απελευθέρωση των Δωδεκανήσων και την προσάρτησή τους στην Ελλάδα, διενεργήθηκε, στις 19 Οκτωβρίου 1947, απογραφή του πληθυσμού τους (πραγματικός, νόμιμος και μόνιμος πληθυσμός κάθε επαρχίας, νήσου και δήμου).

Κατά την προετοιμασία της απογραφής έγινε ονοματοθεσία των οδών και των πλατειών, αριθμήθηκαν οι κατοικίες σε όλους τους οικισμούς της Χώρας και καθορίστηκαν οι αυτοτελείς οικισμοί κάθε δήμου και κοινότητας.

Η απογραφή του 1971 γίνεται εν μέσω της 7ετούς δικτατορίας. Στο εισαγωγικό σημείωμα των δημοσιευμάτων με τα αποτελέσματα της απογραφής γίνεται αναφορά στον τρόπο απογραφής «των εκτοπισθέντων σε στρατόπεδα πειθαρχικής διαβιώσεως», οι οποίοι απογράφονταν ως μέλη της συλλογικής συμβίωσης του στρατοπέδου, καθώς και «των εκτοπισθέντων που διαβιούσαν ελεύθερα»!

Στην απογραφή εκείνη τέθηκε για τελευταία φορά το ερώτημα του θρησκεύματος του απογραφομένου.

Ρίχτερ από Αλκυονίδες

Το 1981 δεν ήταν μόνο η «χρονιά της Αλλαγής» αλλά και η χρονιά που χτύπησε ο φονικός σεισμός των 6,7 ρίχτερ της 24ης Φεβρουαρίου στις Αλκυονίδες. Ετσι η ημερομηνία μετατέθηκε από τις 15 Μαρτίου στις 5 Απριλίου 1981.

Ταυτόχρονα έχουμε πλέον και μια πραγματικά μεγάλη καμπάνια με όλα τα μέσα της εποχής. Εγινε ένα τεράστιο έργο, για το οποίο χρησιμοποιήθηκαν όλα τα σύγχρονα μέσα, όπως: η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, ο ημερήσιος, εβδομαδιαίος και περιοδικός Τύπος, η σφράγιση της αλληλογραφίας με ειδική σφραγίδα, η ενημέρωση μέσω των λογαριασμών ύδρευσης-αποχέτευσης και ΔΕΗ, η ρίψη διαφημιστικών μονόφυλλων από αεροπλάνο, η καταχώριση διαφημιστικού σκίτσου στον επίσημο κατάλογο της ΔΕΘ.

Σύμμαχος η τεχνολογία, ψηφιοποίηση οικισμών

Η πρώτη απογραφή του 21ου αιώνα έγινε το 2001. Αριθμούμε πλέον 10.964.020 κατοίκους και ως καινοτομία καταγράφεται η χρησιμοποίηση για πρώτη φορά του συστήματος αναγνώρισης οπτικών σημάτων (Optical Mark Recognition – OMR). Η μέθοδος αυτή προϋποθέτει ειδικά διαμορφωμένα ερωτηματολόγια με «σημεία» τα οποία «διαβάζει» ο ηλεκτρονικός υπολογιστής.

Η απογραφή του 2011 διενεργήθηκε σε διάστημα δεκαπέντε ημερών, με ημερομηνία αναφοράς την 9η Μαΐου, ενώ οι προηγούμενες απογραφές (από το 1889 και εξής) γίνονταν εντός μίας ημέρας. Με αυτόν τον τρόπο, οι απογραφόμενοι δε χρειάστηκε να περιμένουν τον απογραφέα να περάσει από την κατοικία τους. Σε περίπτωση απουσίας τους, ο απογραφέας άφηνε ειδοποιητήριο με τα στοιχεία του, προκειμένου να επικοινωνήσουν μαζί του και να ορίσουν συνάντηση για να πραγματοποιηθεί η συνέντευξη. Ο απογραφέας ήταν εφοδιασμένος με ειδικό κωδικό, με τον οποίο ο απογραφόμενος, καλώντας στο τηλεφωνικό κέντρο της ΕΛΣΤΑΤ, μπορούσε να επιβεβαιώσει τα στοιχεία του και την ιδιότητά του. Για την ενημέρωση των απογραφομένων τυπώθηκαν ενημερωτικά φυλλάδια σε οκτώ γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, αλβανικά, ρωσικά, αραβικά, κινεζικά, ούρντου και φαρσί). Για πρώτη φορά απογράφηκαν άστεγοι.

Με αφετηρία την απογραφή του 2001 (χωρίς, όμως, να χρησιμοποιηθούν για τη διενέργειά της), η ΕΛΣΤΑΤ ξεκίνησε να παράγει ψηφιακά χαρτογραφικά υπόβαθρα με τη χρήση Γεωγραφικών Πληροφοριακών Συστημάτων. Ψηφιοποιήθηκαν οι οικισμοί που είχαν πληθυσμό πάνω από 2.000 κατοίκους, ενώ κατά την απογραφή του 2011, οπότε χρησιμοποιήθηκαν τα ψηφιακά χαρτογραφικά υπόβαθρα, οι οικισμοί που είχαν πληθυσμό μεγαλύτερο από 1.000 κατοίκους. Η ψηφιοποίηση έγινε σε επίπεδο απογραφικών οικοδομικών τετραγώνων με την αρίθμησή τους, οδικών αξόνων με την ονομασία τους, όπου ήταν δυνατή, και σημειακών και γραμμικών οντοτήτων.

Είναι η πρώτη απογραφή που διεξήχθη από την Ελληνική Στατιστική Αρχή, την Ανεξάρτητη Αρχή και εθνική στατιστική υπηρεσία της Ελλάδας. Απασχολήθηκαν συνολικά 55.000 απογραφείς και 13.000 τομεάρχες ως ιδιώτες συνεργάτες, καθώς και μεγάλος αριθμός στελεχών της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Το ερωτηματολόγιο περιλάμβανε νέα ερωτήματα κοινωνικής και περιβαλλοντικής σημασίας (πρόσβαση στο Διαδίκτυο, ποσοστό απορριμμάτων που ανακυκλώνουν τα νοικοκυριά, πηγές ενέργειας κ.λπ.).

Εν μέσω κορονοϊού η φετινή απογραφή

Η 22η απογραφή του ελληνικού κράτους έχει ήδη ξεκινήσει (23 Οκτωβρίου έως 23 Νοεμβρίου 2021). Αυτή τη φορά εν μέσω ενός υγειονομικού πολέμου αλλά με ισχυρό σύμμαχο την υψηλή τεχνολογία. Η νέα προσέγγιση βασίζεται στην αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας διατηρώντας το αποκεντρωτικό σύστημα διεξαγωγής. Ο πληθυσμός θα απογράφεται ηλεκτρονικά μέσω ειδικά σχεδιασμένης διαδικτυακής εφαρμογής (ηλεκτρονική αυτοαπογραφή) κάνοντας χρήση του μοναδικού, 12ψήφιου κωδικού, τον οποίο θα διανείμουν σε κάθε κατοικία οι απογραφείς. Για κάθε ερώτηση ή πρόσθετη βοήθεια που ενδέχεται να χρειαστούν οι απογραφόμενοι, δύνανται να επικοινωνούν με τον απογραφέα για να τους κατευθύνει.

Η μέθοδος της ηλεκτρονικής αυτοαπογραφής υιοθετείται για πρώτη φορά και αποτελεί μια ακόμα καινοτόμο προσέγγιση στην ιστορική εξέλιξη των απογραφικών διαδικασιών. Η απογραφή θα διαρκέσει περίπου έναν μήνα (έχει ήδη ξεκινήσει). Στο πρώτο μισό γίνεται αποκλειστικά η ηλεκτρονική αυτοαπογραφή, ενώ κατά τη διάρκεια των υπόλοιπων ημερών οι απογραφείς θα πραγματοποιήσουν συνεντεύξεις στα νοικοκυριά που δεν θα καταστεί δυνατόν να αυτοαπογραφούν.

Στις επιπλέον φετινές καινοτομίες είναι ότι στο ερωτηματολόγιο έχουν εισαχθεί σύγχρονα ερωτήματα για την εξερχόμενη μετανάστευση (φαινόμενο από το 2010) και για την βραχυχρόνια μίσθωση ακινήτων. Επίσης, η απογραφή κτιρίων με τη χρήση τάμπλετ και ειδικής εφαρμογής επιτρέποντας, μεταξύ άλλων, τη συλλογή, για πρώτη φορά, των απαραίτητων πληροφοριών για τον γεωχωρικό εντοπισμό των κτιρίων.

Πηγή: eleftherostypos.com