19/09/2021

Φολέγανδρος: «Φώναξε βοήθεια, θόλωσα, την έσπρωξα στον γκρεμό» – Η απολογία του δολοφόνου

«Υπήρχε έντονη λογομαχία. Δεν θυμάμαι συγκεκριμένα. Εγώ της είπα ότι αυτό με το χάρτη έχει γίνει πολλές φορές. Αυτή έλεγε ότι δεν πειράζει, πάμε από άλλο δρόμο, αν σε ενοχλεί τόσο πολύ αυτοκτόνα», υποστηρίζει στην απολογία του ο 30χρονος κατηγορούμενος για τη δολοφονία της 26χρονης Γαρυφαλλιάς. Ισχυρίζεται ότι υπήρχε έντονη λογομαχία γιατί ακολουθούσαν άλλη διαδρομή από αυτή που έπρεπε να πάρουν για να πάνε στο μέρος όπου θα έτρωγαν.

«Το έχω μετανιώσει και ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί το έκανα. Τη Γαρυφαλλιά τη γνώρισα τον προηγούμενο Αύγουστο και έκτοτε βρισκόμασταν σε σχέση. Τον τελευταίο καιρό βέβαια η σχέση μας ήταν πιο χαλαρή. Ηταν δηλαδή σαν να βρισκόμασταν σε ελεύθερη σχέση», αναφέρει ο 30χρονος κατηγορούμενος.

Σε επίμονες ερωτήσεις του ανακριτή, ο 30χρονος υποστήριζε ότι είχαν λογομαχήσει τις προηγούμενες ημέρες γιατί η Γαρυφαλλιά του έλεγε ότι δεν περνάνε καλά και εκείνος τις πρότεινε να γυρίσουν πίσω αλλά εκείνη επέμενε να μείνουν.

Περιγράφοντας τις κινήσεις τους την ημέρα του εγκλήματος, είπε: «Την ημέρα εκείνη είχαμε κάνει μπάνιο, δεν θυμάμαι πόσες ώρες πριν το συμβάν. Πήραμε καφέ στον Αγιο Νικόλαο και πήγαμε για μπάνιο στην παραλία της περιοχής Λυγαριά. Είχαμε πάει και σε άλλες παραλίες και κοιτάξαμε στο χάρτη και αποφασίσαμε να πάμε εκεί γιατί ήταν η πιο κοντινή». Οπως εξήγησε ο ίδιος, φεύγοντας από την παραλία όπου έκαναν μπάνιο ήθελαν να πάνε για φαγητό. «Ομως χαθήκαμε και αναγκαστήκαμε να επιστρέψουμε στο χωματόδρομο με κατεύθυνση αυτή τη φορά από τον Αγιο Γεώργιο προς Λυγαριά. Περί τα 100-200 m μετά την παραλία της Λυγαριάς, πίσω προς Ανω Μεριά σε απόκρημνο σημείο έγινε το συμβάν».

Ο κατηγορούμενος υποστήριξε επίσης: «Με έπαιζε παριστάνοντας πως πήγε να πάρει τσιγάρα και πήγαινε αλλού και μετά γέλαγε. Το βασικό ήταν ότι υπήρχε αυτό έντονα στο νησί. Με οδηγούσε εσκεμμένα σε λάθος κατευθύνσεις, καταλήγαμε σε χωματόδρομο και μετά με κορόιδευε».

Ο κατηγορούμενος δεν ήξερε να απαντήσει ούτε σχετικά με το πού βρίσκεται το κινητό του θύματος ούτε το δικό του και επανερχόμενος στη στιγμή του εγκλήματος, υποστήριξε ότι η 26χρονη «βγήκε από το αμάξι επειδή φοβήθηκε. Φώναξε γιατί βγήκαμε από το δρόμο και φοβήθηκε, ενώ δεν ήταν κάτι εσκεμμένο. Νομίζω μια φορά φώναξε βοήθεια. Εκείνη τη στιγμή θόλωσα, κλείδωσε το μυαλό μου. Εγώ κατάλαβα ότι φωνάζει για να δημιουργήσει την εντύπωση ότι εγώ φταίω σε κάτι και να με εκθέσει για άλλη μία φορά. Είχαμε τσακωμό μπροστά στο αμάξι. Δεν θυμάμαι πόσες φορές την έσπρωξα προς τον γκρεμό. Την έσπρωξα και έπεσε, κι αυτό που θυμάμαι εγώ ήταν ότι ήταν στο νερό. Εγώ κατέβηκα κάτω και ήταν μέσα στο νερό. Δεν θυμάμαι αν είχε αίματα. Ισως είχε στο πρόσωπο αίμα. Δεν θυμάμαι σε πιο σημείο του προσώπου. Οταν την είδα ήταν σαν να συντονίστηκα. Μπήκα στο νερό, την έβγαλα έξω και προσπάθησα να της κάνω τεχνητές αναπνοές. Δεν γνωρίζω την τεχνική. Οταν έκανα τεχνητές αναπνοές δεν αντιδρούσε, στην αρχή έβγαλε κάτι απ’ το στόμα της σαν αφρό και μετά δεν έκανε κίνηση. Δεν ανέπνεε. Πήρα σφυγμό αλλά δεν αντελήφθην σφυγμό. Δεν άκουσα τη φωνή της και δεν θυμάμαι αν είχε ανοιχτά τα μάτια. Θυμάμαι μόνο ότι τα χείλη της ήταν μελανιασμένα».

Προσπαθώντας να εξηγήσει γιατί δεν κάλεσε σε βοήθεια, ισχυρίστηκε ότι τα είχε χάσει και δεν ήξερε τι έκανε. «Τα είχα χάσει. Εγώ έφυγα από την αντίθετη μεριά από το σημείο κολυμπώντας. Δεν θυμάμαι πόση ώρα μετά έφυγα. Δεν θυμάμαι πόση ώρα κολυμπούσα. Κολύμπησα αρκετή ώρα και βγήκα σε βράχια. Απ’ ό,τι θυμάμαι την τσάντα μου την έριξα στην θάλασσα. Τη Γαρυφαλλιά την άφησα στο βράχο πάνω. Το βράδυ εκείνο κοιμήθηκα στο λόφο. Δεν ξέρω γιατί γύρισα πίσω στο αμάξι και δεν θυμάμαι αν και γιατί άφησα τα αλάρμ ανοιχτά».