14/04/2021

Φροντιστηριακή εκπαίδευση: Προσφορά, προοπτικές και προβλήματα στην εποχή της πανδημίας

Είναι γεγονός πως η εκπαίδευση μέσω των φροντιστηριακών οργανισμών εδώ και πολλές δεκαετίες ουσιαστικά συνυπάρχει με την επίσημη εκπαίδευση, είτε αυτή είναι δημόσια, είτε είναι ιδιωτική.

Γνωρίζουμε πολύ καλά πως τα φροντιστήρια καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα βαθμίδων και γνωστικών αντικειμένων. Κυριαρχούν αυτά για την Μέση Εκπαίδευση και τις Ξένες Γλώσσες. Υπάρχουν όμως ακόμη πανεπιστημιακά φροντιστήρια, φροντιστήρια για τις καλές τέχνες και εσχάτως, τα τελευταία χρόνια, κέντρα μελέτης για μαθητές της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Γράφει ο Χάρης Τσούλας*

Ως εκπαιδευτικός της Φροντιστηριακής Μέσης Εκπαίδευσης, θα μου επιτρέψετε να σταθώ περισσότερο σε αυτήν.

Είναι γεγονός πως παρότι – όπως προανέφερα- υφίσταται στα εκπαιδευτικά πράγματα πέραν των πέντε δεκαετιών, επί σειρά ετών αντιμετωπιζόταν και αναφερόταν ως “παραπαιδεία”. Εντούτοις αποτελεί κοινό μυστικό – και βάσει στατιστικών- πως συν τω χρόνω ολοένα περισσότεροι γονείς και μαθητές εμπιστεύονται τα φροντιστήρια με σκοπό την υποβοήθηση του εκπαιδευτικού στόχου και απώτερο στόχο την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

Στη σύγχρονη διάσταση της όμως η φροντιστηριακή εκπαίδευση δεν αρκείται μόνο στην κατάλληλη προετοιμασία των μαθητών για την ενίσχυση της προσπάθειάς τους ενόψει των Πανελλαδικών Εξετάσεων.

Αντιθέτως, δίδεται ολοένα και περισσότερη διάσταση και στις παιδαγωγικές προεκτάσεις αυτής της διαδικασίας. Στόχος δεν είναι η στείρα μετάδοση γνώσεων ή αποκλειστικά η «κάλυψη των κενών», αλλά η ουσιώδης διαπαιδαγώγηση των μαθητών μέσω της αλληλεπίδρασης διδάσκοντος και διδασκομένου.

Φυσικά δεν πρέπει να θεωρηθεί σε καμία περίπτωση πως αυτή η διάσταση ακυρώνει τη ουσία της επίσημης εκπαίδευσης, όπως αυτή παρέχεται από τις δημόσιες και ιδιωτικές σχολικές μονάδες που τελούν υπό την εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας. Άλλωστε, το σχολείο είναι το πρώτο και κύριο μέρος στο οποίο ερχόμαστε σε πρώτη επαφή με τη γνώση.

Οι ατέρμονες επί σειρά ετών αντιπαραθέσεις, από τη μια πλευρά πως η φροντιστηριακή εκπαίδευση δεν είναι αναγκαία, αποτελεί πάρεργο, «παραπαιδεία» και οδηγεί σε ανούσια έξοδα τον οικογενειακό προϋπολογισμό και από την άλλη πως έρχεται για να καλύψει τα πιθανά κενά που αφήνει η επίσημη εκπαίδευση υπονοώντας ανεπάρκειά της, δεν οδηγούν πουθενά.

Οι ιδιωτικοί φροντιστηριακοί εκπαιδευτικοί φορείς δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά εν σχέση με το σχολείο, ούτε το υποκαθιστούν. Είναι «αυτόφωτοι ενισχυτές».

Δε θα πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε πως πολλοί συνάδελφοι που έχουν σταθεί επάξια στην Εκπαίδευση, ακόμα και στην Τριτοβάθμια, έχουν κάνει το «αγροτικό» τους (ας μου επιτραπεί η μεταφορά) πρώτα στα φροντιστήρια.

Θα ήταν μεγάλη παράλειψη αν δεν είχα κάνει αναφορά στη σπουδαία προσφορά της μέσω των φροντιστηρίων εκπαίδευσης σε καθ όλη τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού.

Λόγω ιδιαίτερων συνθηκών εκ φύσεως (τα φροντιστήρια έχουν ολιγομελή τμήματα αλλά και μικρότερους χώρους σε σχέση με τα σχολεία οπότε ο συγχρωτισμός είναι δυνητικά πιο επικίνδυνος), το συντριπτικά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα των μαθημάτων και κατά την περσινή χρονιά και κατά τη φετινή αλλά και κατά τη διάρκεια των θερινών τμημάτων, πραγματοποιήθηκε και πραγματοποιείται μέσω τηλεκπαίδευσης, για την οποία έκανα λόγο σε προηγούμενο άρθρο μου. Ο στόχος προφανής, η διαφύλαξη της δημόσιας υγείας μέσω της αποφυγής διασποράς του κορονοϊού.

Μια διαδικασία, που πέρα από τα θετικά της έχει και κάποιες δυσκολίες,στις οποίες αναφέρθηκα λεπτομερώς, αλλά και τις οποίες μαθητές και καθηγητές προσπεράσαμε και προσπερνούμε με επιτυχία και θέληση.
Και αυτό είναι το «στοίχημα» που όλοι κερδίζουμε, παρόλο που η αναπόφευκτες επιπτώσεις στην Οικονομία – οι οποίες έχουν μετριαστεί κατά το δυνατόν με τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες αλλά ισχύουν και σε παγκόσμια κλίμακα- είναι εμφανείς και στο δικό μας κλάδο.

Τα προαναφερθέντα προβλήματα είναι υπαρκτά όμως με προσπάθεια θα τα αφήσουμε πίσω, όπως ευελπιστούμε πως θα αφήσουμε πίσω τον ύπουλο και επικίνδυνο εχθρό του Covid.

Πέρα από αυτά, οι προοπτικές της φροντιστηριακής εκπαίδευσης,σε κάθε βαθμίδα, σε κάθε έκφανσή της, είναι πολλές και οι απαιτήσεις διαρκείς. Ο φροντιστηριακός καθηγητής δεν είναι και ούτε και πρέπει να θεωρείται «ανίκανος» ή «αντ’ αυτού». Κουβαλά και αυτός, όπως σαφώς το πράττει ο σχολικός καθηγητής, το βάρος και την ευθύνη της προετοιμασίας, της κατάρτισης και της διαπαιδαγώγησης του μαθητή.

Καταλήγοντας, θα πω πως ισχύει ό,τι ακριβώς είχα αναφέρει για την τηλεκπαίδευση, η οποία δεν υποκαθιστά σε καμία περίπτωση την εκ του σύνεγγυς διδασκαλία.

Έτσι ακριβώς και το φροντιστήριο, δεν υποκαθιστά σε καμία περίπτωση το σχολείο, ούτε και επιθυμεί να το αντικαταστήσει στη συλλογική συνείδηση.

Δε δρα ανταγωνιστικά, αποτελεί όμως ένα χρήσιμο επικουρικό εκπαιδευτικό εργαλείο. Και αυτό είναι πασιφανές, αποδεκτό και τυγχάνει γενικής παραδοχής.

*Ο Χάρης Τσούλας είναι συντονιστής για θέματα Επικοινωνίας και Ανίχνευσης Εκπαιδευτικών Αναγκών Μελών Ε.Κ.Ο. της Γραμματείας Ε.Κ.Ο. της ΝΔ

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Πολιτική, την Ελλάδα και τον Κόσμο, ανά πάσα στιγμή στο editorial.gr.