26/02/2021

Ο μεγάλος διάλογος για την τηλεκπαίδευση

Η εδώ και ένα χρόνο εκτυλισσόμενη πανδημία του Covid-19 έφερε ως εργαλείο συνέχισης των εργασιών, με σκοπό την αποφυγή συγχρωτισμού για τη μη περαιτέρω διασπορά του σε μια πληθώρα κλάδων, τη γνωστή σε όλους μας πια τηλεργασία.

Αναπόφευκτα, η τηλεργασία άγγιξε σε παγκόσμιο επίπεδο και τον κλάδο της εκπαίδευσης, με τη μορφή της σύγχρονης εξ αποστάσεως διδασκαλίας, ή αλλιώς «τηλεκπαίδευσης».

Και στην Ελλάδα, η τηλεκπαίδευση εξαπλώθηκε σε κάθε βαθμίδα, από την Πρωτοβάθμια έως και την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Εφαρμόστηκε και εφαρμόζεται κατά περιπτώσεις και ανάλογα με τις εισηγήσεις της Επιτροπής Λοιμωξιολόγων και τις αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας. Στην παρούσα φάση, έχουμε τηλεκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες, στα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία και φυσικά στα φροντιστήρια μέσης εκπαίδευσης και ξένων γλωσσών.

Τι αποκομίσαμε όμως ύστερα από σχεδόν έναν χρόνο εφαρμογής της τηλεκπαίδευσης;
Στην αρχή υπήρχαν κάποιες αναμενόμενες δυσκολίες (αδυναμία κάποιων μεμονωμένων εκπαιδευτικών να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα είτε λόγω ηλικίας, είτε λόγω μη εξοικείωσης με τα ηλεκτρονικά μέσα, έλλειψη ηλεκτρονικών μέσων -υπολογιστών, tablets κλπ σε οικογένειες μαθητών, που όμως καλύφθηκαν από την Πολιτεία, προβλήματα σύνδεσης στο σύστημα εξ αποστάσεως διδασκαλίας webex). Εν συνεχεία όμως η κατάσταση ομαλοποιήθηκε και η προσαρμογή έγινε βαθμιαία και ήπια με τη θέληση και τη συνδρομή όλων των φορέων.

Θα αναρωτηθεί κανείς: Είναι όλα τόσο εύκολα; Βάσει προσωπικής εμπειρίας ως εκπαιδευτικός, θα απαντήσω πως «όχι». Για διαφόρους λόγους. Ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει με γνωστικά αντικείμενα περισσότερο πρακτικής υφής (Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία κλπ), τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα καθώς είναι απαραίτητη η ύπαρξη διαδραστικού πίνακα πλην της προφορικής παράδοσης του μαθήματος. Ή ακόμη και η έκθεση διδάσκοντος και διδασκομένου επί ώρες μπροστά από την οθόνη ενός υπολογιστή γίνεται στα αλήθεια κουραστική για το μυαλό και το σώμα.

Όμως, από την άλλη πλευρά, η τηλεκπαίδευση στάθηκε και στέκεται ως πολύτιμο εργαλείο ώστε να μη χαθούν πολύτιμες, κυρίως για τους μαθητές κάθε επιπέδου και βαθμίδας αλλά και για τους φοιτητές, διδακτικές ώρες. Και αυτό γιατί βρισκόμαστε ήδη στη δεύτερη σχολική- ακαδημαϊκή χρονιά κατά την οποία συνεχίζει και υφίσταται η πανδημία του κορονοϊού. Μπορούμε εύκολα να φανταστούμε τι θα είχε συμβεί αν είχε ανασταλεί κάθε εκπαιδευτική δραστηριότητα, εκτός των μικρών χρονικών διαστημάτων που μαθητές και φοιτητές επανήλθαν στις τάξεις, στην περίπτωση που δεν είχαμε στη διάθεση μας το τόσο χρήσιμο εργαλείο της τηλεκπαίδευσης.

Όλα τα παραπάνω, έχουν οδηγήσει εσχάτως την εκπαιδευτική – και όχι μόνο- κοινότητα σε μια συζήτηση, για το πως θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η εξ αποστάσεως διδασκαλία και μετά το πέρας της πανδημίας του κορονοϊού, μετά την αναμενόμενη και πολυπόθητη επιστροφή στην κανονικότητα.

Υπάρχουν κάποιοι που υποστηρίζουν πως η τηλεκπαίδευση «ήρθε για να μείνει». Πως θα μπορούσε δηλαδή να υποκαταστήσει εν συνόλω ή σε ένα σεβαστό ποσοστό την εκπαιδευτική διαδικασία. Υπάρχουν άλλοι που πιστεύουν πως καλό είναι να λειτουργήσει μόνο επικουρικά και άλλοι που βρίσκονται απέναντι σε οιασδήποτε μορφής συνέχισης της.

Από καθαρά παιδαγωγικής σκοπιάς και γνώσης, προσωπική μου άποψη και πίστη είναι πως σε κανένα βαθμό η τηλεκπαίδευση δεν μπορεί να υποκαταστήσει/ αντικαταστήσει εξ ολοκλήρου την εκπαιδευτική διαδικασία. Και αυτό γιατί η εκπαίδευση δεν αφορά μόνο στη μετάδοση γνώσεων από τον διδάσκοντα στο διδασκόμενο. Η εκπαίδευση περιλαμβάνει και την άμεση επαφή του μαθητή με τον καθηγητή, τη μη λεκτική επικοινωνία, τη διαπαιδαγώγηση, πράγματα που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να μεταδοθούν μέσω υπολογιστή.

Το ακόμα πιο σπουδαίο, περιλαμβάνει την κοινωνικοποίηση των μαθητών και την ανάπτυξη των ψυχοσωματικών τους ικανοτήτων μέσω άμεσης και εκ του σύνεγγυς επαφής τους με τους συνομηλίκους τους, τους συμμαθητές τους. Κάτι που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα από τα πολλαπλά παράθυρα μιας online διδακτικής συνεδρίας μέσω webex. Ήδη άλλωστε έχει γίνει συζήτηση για τις ψυχολογικές επιπτώσεις που εμφανίζονται στα παιδιά λόγω της αποξένωσης τους από το φυσικό σχολικό περιβάλλον και τους συμμαθητές τους.

Αντιλαμβανόμαστε εύκολα λοιπόν πόσο ακραία είναι η άποψη ότι η τηλεκπαίδευση πρέπει να αποτελέσει το βασικό εργαλείο της εκπαιδευτικής διαδικασίας στο διηνεκές.

Από την άλλη πλευρά δεν την αποτινάσσουμε, καθόσον στάθηκε και στέκεται -με όλες τις πιθανές δυσκολίες- αρωγός στο πλευρό εκπαιδευτικών, μαθητών και γονέων στη δύσκολη συγκυρία της υγειονομικής κρίσης. Και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία, όπως δείχνουν και τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Πολιτείας.

Συμπερασματικά: Όταν τα πράγματα επανέλθουν στη φυσιολογική τους ροή, ναι στην τηλεκπαίδευση, αλλά ως επικουρικό εργαλείο και μόνον. Ως πιθανή λύση σε διαπιστωμένα και τεκμηριωμένα υπαρκτές δυσκολίες της δια ζώσης εκπαίδευσης ή σε περιπτώσεις που δεν πρέπει να χαθούν διδακτικές ώρες.

Όπως ανέφερα και παραπάνω, τίποτα δεν υποκαθιστά την καθιερωμένη, εδώ και χιλιάδες χρόνια, άμεση επαφή εντός του σχολικού περιβάλλοντος μεταξύ των συμμετεχόντων στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Και αυτή οφείλει να συνεχιστεί ως έχει, εμπλουτιζόμενη πάντα με νέα εργαλεία και νέες δεξιότητες, ανάλογα με τις ανάγκες της εποχής.

Χάρης Τσούλας

Φιλόλογος, Καθηγητής Φροντιστηριακής Μ.Ε.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Πολιτική, την Ελλάδα και τον Κόσμο, ανά πάσα στιγμή στο editorial.gr.