19/09/2021

Πέφτοντας στο κενό: Αυτή είναι η ιστορία του 24χρονου Μοχάμαντ από την Καμπούλ

Καθώς οι Ταλιμπάν περικύκλωναν την Καμπούλ στις 15 Αυγούστου, ο Φάντα Μοχάμαντ περιέγραφε στους δικούς του, τι είχε δει στο Facebook: Καναδάς και ΗΠΑ απομακρύνουν με αεροπλάνα όποιον ήθελε να φύγει από την Καμπούλ.

Αλλά ο Φάντα ήθελε να πάει μόνος του, θυμάται ο πατέρας του, Παγιάντα.

Ο νεαρός οδοντίατρος ποτέ δεν έφτασε σε καμία από τις δύο χώρες. Την επομένη το άψυχο σώμα του βρέθηκε σε μια σκεπή, τέσσερα μίλια από το αεροδρόμιο της Καμπούλ, έχοντας πέσει από το αμερικανικό αεροσκάφος που μόλις είχε απογειωθεί.

Στις 10 ημέρες που μεσολάβησαν πολλά από τα χαοτικά περιστατικά στο αεροδρόμιο «Χαμίντ Καρζάι» παραμένουν άγνωστα.

Σε ένα από τα δεκάδες βίντεο που έκτοτε είδαν το φως της δημοσιότητας παρουσιάζεται ωστόσο μία εικόνα από το «μετά»: Τέσσερα ακίνητα κορμιά στον αεροδιάδρομο. Το ένα ανήκε σε έναν έφηβο ποδοσφαιριστή που πέθανε πέφτοντας από το αεροπλάνο που απογειωνόταν.

Ανάλογη ήταν και η μοίρα του Φάντα.

Σαν κουνούπι

Το αμερικανικό C-17 είχε αποφασίσει «να απογειωθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα», εκείνη την ημέρα καθώς η κατάσταση γινόταν όλο και χειρότερη.

Ο Ουαλί Σαλέ, κάτοικος επί είκοσι χρόνια της Καμπούλ, αναρωτήθηκε πόση κακοτυχία μπορεί να είναι το να πέφτουν από τον ουρανό δύο σώματα στη σκεπή σου «σαν έκρηξη». Το ένα ήταν του Φάντα.

Την ίδια στιγμή, ο πατέρας του  Φάντα, στα περίχωρα της πόλης διερωτάτο γιατί ο μεγαλύτερος γιος του πήγε εκείνη την ημέρα στο αεροδρόμιο χωρίς να του το πεί: Ρωτά γιατί ο πιλότος δεν έδειξε «ανθρωπιά» και αποφάσισε να απογειωθεί με ανθρώπους κρεμασμένους πάνω στο σκάφος.

Λέει ο πατέρας: «Έχει δικαίωμα να πετάξει ένας πιλότος αν κάποιος είναι σκαρφαλωμένος στο αεροσκάφος; Είναι αυτό νόμιμο; Ήταν σαν να σκοτώνεις ένα κουνούπι, χωρίς καν να νοιαστείς ότι αυτό ήταν ανθρώπινο».

Η παιδική ηλικία και τα όνειρα για το μέλλον

Ο Φάντα γεννήθηκε το 1996 ή το 1997 – ο Μοχάμαντ δεν θυμάται ακριβώς πότε – όταν οι Ταλιμπάν κατέλαβαν την Καμπούλ για πρώτη φορά.

Ο μεγαλύτερος από 10 αδέλφια, μεγάλωσε μέσα στη φύση στην πόλη Παγκμάν που βρίσκεται πάνω σε έναν λόφο, δυτικά της Καμπούλ. Το σπίτι της οικογένειάς του με τα τέσσερα υπνοδωμάτια είχε και μια αυλή γεμάτη από κερασιές.

Ο Μοχάμαντ πουλούσε ρούχα με τους συγγενείς του για να βγάλει τα προς το ζην και αντιμετώπιζε δυσκολίες στο να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για την οικογένειά του. Αλλά στο Αφγανιστάν μετά τους Ταλιμπάν, είδε στον Φάντα τη δυνατότητα της κοινωνικής ανέλιξης.

Η οικογένεια κατάφερε να συγκεντρώσει αρκετά χρήματα για να τον στείλει στο ιδιωτικό πανεπιστήμιο Σίφα στην Καμπούλ, όπου σπούδασε Οδοντιατρική. Μετά την αποφοίτησή του, ο Φάντα άνοιξε μια κλινική με έναν φίλο του κοντά στην Πλατεία Σαχίντ της αφγανικής πρωτεύουσας, βγάζοντας περίπου 200 δολάρια τον μήνα, σύμφωνα με τον πατέρα του.

Το περασμένο έτος, ο ίδιος πούλησε μεγάλο μέρος της γης των γονιών του και βρέθηκε να χρωστάει πολλά χρήματα, ενώ δανείστηκε περίπου 5.000 δολάρια για να μπορέσει ο Φάντα να παντρευτεί.

Ο Μοχάμαντ είπε πως ο γιός του σκεφτόταν να συνεχίσει τις σπουδές καθώς και το ενδεχόμενο να λάβει ένα ανώτερο πτυχίο. Ο Μοχάμαντ Μπασίρ, ο καλύτερος φίλος και ξάδερφος του Φάντα, είπε πως ήθελαν πολύ να φύγουν από τη χώρα – παρόλο που ήταν περισσότερο ένα όνειρο.

«Πιστεύαμε έντονα ότι κάποια μέρα, θα μπορούσαμε να πάμε στο εξωτερικό, αλλά δεν το συζητούσαμε και πολύ», είπε ο Μπασίρ. «Πρέπει να ξοδέψει κανείς τόσα χρήματα, και η οικογένειά του δεν βρισκόταν σε καλή οικονομική κατάσταση».

Με τους Ταλιμπάν να επικρατούν όλο και περισσότερο στις αρχές Αυγούστου, ο συνήθως κεφάτος Φάντα άρχισε να γίνεται νευρικός και αβέβαιος για το τι επρόκειτο να συμβεί σε ένα αποσταθεροποιημένο περιβάλλον σε έναν άνθρωπο μορφωμένο και με όλη τη ζωή μπροστά του, εξήγησε ο Μοχάμαντ.

Εκατοντάδες άλλοι στην Καμπούλ ένιωσαν ακριβώς το ίδιο και έσπευσαν στο αεροδρόμιο, αναζητώντας τρόπο διαφυγής από τη χώρα. Στις 16 Αυγούστου, ο Φάντα έφυγε από το σπίτι του στις 8.30 το πρωί, χωρίς να πει λέξη. Η οικογένειά του νόμισε ότι πήγαινε στην κλινική.

«Ήταν σαν να τελείωσε ο κόσμος»

Εκείνο το πρωί στο αεροδρόμιο, όπως έχουν εξηγήσει αξιωματικοί της Αεροπορίας, το αεροπλάνο προσγειωνόταν και σχεδόν με το που άγγιξε το έδαφος το περικύκλωσαν πολίτες που είχαν καταφέρει να εισέλθουν στο αεροδρόμιο. Έτσι το πλήρωμα του αεροσκάφους αποφάσισε σχεδόν αμέσως να απογειωθεί ξανά, χωρίς να ξεφορτώσει τις προμήθειές του για την επιχείρηση εκκένωσης.

Βίντεο που κυκλοφόρησαν δείχνουν δύο ελικόπτερα Apache να αιωρούνται λίγο πάνω από το έδαφος και να προσπαθούν να απομακρύνουν το πλήθος από τον αεροδιάδρομο. Καθώς οι τέσσερις μεγάλες μηχανές ετοιμάζονταν για την απογείωση, πολλοί άνδρες που κρέμονταν από εκεί έπεσαν κάτω και άρχισαν να τρέχουν δίπλα από το αεροσκάφος.

Άλλοι κατάφεραν να κρατηθούν.

Εκείνο το απόγευμα, ο Σαλέκ, ο οποίος εργάζεται ως σεκιούριτι σε αγορά της Καμπούλ, βρισκόταν στο σπίτι του όταν νόμισε πως άκουσε μια έκρηξη ακριβώς από πάνω του.

Όταν έφτασε στη στέγη, βρήκε το πτώμα του Φάντα μέσα σε μια δεξαμενή νερού. Δίπλα του βρισκόταν άλλο ένα πτώμα, που όπως μαθεύτηκε αργότερα ανήκε σε έναν 18χρονο από την Ανατολική Καμπούλ.

Οι γείτονες του Σαλέκ βοήθησαν στο να μεταφέρουν τα δύο σώματα σε ένα κοντινό τζαμί, όπου κάποιος έλεγξε τις τσέπες τους και βρήκε τις ταυτότητες τους και τα τηλέφωνά τους.

Έτσι, κάλεσαν τους γονείς και τις αδερφές του Φάντα στο τζαμί. Οι γυναίκες κατέρρευσαν από τη θλίψη τους πάνω στο άψυχο σώμα του.

«Ήταν σαν να τελείωσε ο κόσμος», είπε ο Μοχάμαντ. «Η χειρότερη στιγμή της ζωής μου».

Εκείνο το απόγευμα, 500 φίλοι και συγγενείς συγκεντρώθηκαν στην πόλη Πάγκμαν καθώς το σώμα του Φάντα τοποθετούνταν σε ένα τάφο περιτριγυρισμένο από έναν λευκό και χρυσό φράχτη.

Θυμός, θλίψη και ερωτηματικά

Όλοι εκείνοι που επηρεάστηκαν άμεσα από τον θάνατο του Φάντα, παραμένουν βαθιά σοκαρισμένοι.

Ο Σαλέκ αναφέρει ότι κατανοεί πως οι ανησυχίες ήταν έντονες στην Καμπούλ. Πολλά μαγαζιά στην αγορά που δουλεύει παρέμειναν κλειστά. Οι γυναίκες έχουν σε μεγάλο βαθμό εξαφανιστεί από τους δρόμους.

«Φυσικά και οι άνθρωποι πρέπει να φύγουν», είπε. «Αλλά [ο Φάντα] ως γιατρός, ως άνθρωπος με μόρφωση, έπρεπε να είχε λίγη λογική, να ξέρει πως δεν έπρεπε να κρεμαστεί από ένα αεροπλάνο».

Ο Μοχάμαντ όμως έχει άλλη γνώμη. Ο γιός του πιθανότατα γνώριζε τον κίνδυνο, αναφέρει, αλλά πίστεψε ότι το αεροσκάφος δεν θα απογειωνόταν ποτέ εν μέσω μιας τέτοιας κατάστασης και πως θα είχε την ευκαιρία να διαπραγματευτεί τη μετάβασή του στις ΗΠΑ.

«Όλοι έχουμε μια αίσθηση ανθρωπιάς, γι’ αυτό [οι πιλότοι] δεν θα έπρεπε να είχαν απογειωθεί», δήλωσε με θυμό. Αντ’ αυτού «δημιούργησαν μια εικόνα που αφαιρεί την ανθρωπιά από τους Αφγανούς».

Ο ξάδερφος του Φάντα δυσκολεύεται ακόμη να δώσει μια εξήγηση για την απώλειά του.

«Ο χρόνος του είχε τελειώσει», είπε ο Μπασίρ. «Αυτή ήταν η μοίρα του».